Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Seraidari Katerina, Zeteies in Russia and Ukraine, seventeeth to early twenty-first century: Athonite monks and relics in motion











Περίληψη
Σεραϊδάρη Κατερίνα, Ζητείες στη Ρωσία και στην Ουκρανία. Από τον 17ο στον πρώιμο 21ο αιώνα: Αγιορείτες μοναχοί και λείψανα σε κίνηση
To άρθρο εξετάζει κάποιες από τις ζητείες απου οργάνωναν αθωνίτες μοναχοί στην Ρωσία και την Ουκρανία από τον 17ο έως τις αρχές του 21ου αιώνα, καθώς επίσης και την μόνιμη μεταφορά της δεξιάς χείρας του Αγίου Ιωάννη του Ρώσσου από την Καππαδοκία στο Αγιο Ορος τον Μάη του 1881. Η ζητεία ορίζεται ως σύστημα ανακούφισης των απόρων, που υπάγεται στην εκκλησιαστική παράδοση και βασίζεται σε δύο άξονες: την προσφορά δώρων και την κυκλοφορία λειψάνων, χειρογράφων και εικόνων. Αυτή η θρησκευτική πρακτική αποκαλύπτει την λειτουργία ενός συστήματος αξιών γύρω από τα θρησκευτικά αντικείμενα, που μπορούσαν να είναι παλαιά ή καινούργια, σε συνεχή μετακίνηση ή μόνιμα πλέον εγκατεστημένα μακριά από τον αρχικό τόπο διαμονής τους – όπως έγινε με την δεξιά χείρα του αγίου Ιωάννη του Ρώσσου ή με τα αθωνίτικα χειρόγραφα που προσφέρθηκαν στον Ρώσο μοναχό Αρσένιο Σουχάνωφ το 1654.
Αυτό που χαρακτήριζε τη ζητεία ήταν τα διαδοχικά και μακρά ταξίδια, χωρίς τα οποία δεν μπορούσαν να αποκτηθούν τα προσόντα και να αναπτυχθούν οι δεξιότητες που ήσαν απαραίτητες για το αίσιο πέρας της αποστολής. Πρόκειται για μια διαδικασία με πολλές και διαφορετικές φάσεις, που είχε ως κύριο σκοπό την εξασφάλιση πόρων και προστασίας και την δημιουργία δικτύων αλληλοστήριξης. Για να γίνει κατανοητή η λειτουργία της δια μέσου των αιώνων, πρέπει επίσης να αναλυθούν τα κριτήρια που επέτρεπαν τον διαχωρισμό μεταξύ καλοδεχούμενων και λιγότερο καλοδεχούμενων συλλεκτών ελεών, μεταξύ αυθεντικών και πλαστών αντικειμένων, μεταξύ καταχραστών και εξαπατημένων. Κάποια κείμενα αναφέρουν μάλιστα την επέμβαση της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Μόσχας και τη φυλάκιση αθωνιτών μοναχών για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, όπως συνέβη με ένα αρχιμανδρίτη της Μεγίστης Λαύρας, που ονομαζόταν Κοσμάς και που ήρθε στο Κίεβο για συλλογή εράνων τον Νοέμβρη του 1749. Ο μοναχός αυτός κατηγορήθηκε ότι μοίραζε στους Ουκρανούς πλαστά κομμάτια του Τιμίου Ξύλου.
Οι συστατικές επιστολές και οι άδειες για τους επαιτούντες λειτουργούσαν ως αποδεικτικά αξιοπιστίας, που επέτρεπαν να καθοριστεί ποιος άξιζε να λάβει βοήθεια και ποιος όχι. Κατά την διάρκεια της αποστολής τους στην Ρωσία και την Ουκρανία, οι αθωνίτες μοναχοί ζητούσαν προστασία και οικονομική βοήθεια, αλλά ήταν ταυτόχρονα και αυτοί που, με την προσευχή και τις τελετουργίες τους, παρείχαν προστασία ως διαμεσολαβητές στο θρησκευτικό πεδίο. Αν η θέση τους ως επαιτούντες καθόριζε την εξάρτηση τους από τον Ρώσο τσάρο και την αυλή του, από τον 19ο αιώνα και πέρα οι αθωνίτες μοναχοί έρχονται σε επαφή με όλα τα στρώματα της ρωσικής κοινωνίας. Η εξάρτηση «από τα κάτω» των πιστών προς τους περιοδεύοντες μοναχούς αντιτίθεται έτσι στην εξάρτηση «από τα άνω» των μοναχών προς τα μέλη της υψηλής ρωσικής κοινωνίας. Και οι δυο αυτές μορφές εξάρτησης μπορούσαν βέβαια να οδηγήσουν σε οικονομική κατάχρηση. Αυτό γινόταν όταν, εξαιτίας δυσχερών καταστάσεων, πολύτιμα κειμήλια δίνονταν ως δώρα στους ρώσους ηγεμόνες από αθωνίτες μοναχούς που ήθελαν να εξασφαλίσουν, με κάθε μέσο, άδειες για ζητείες ή όταν υπήρχε εκμετάλλευση της καλοπιστίας και της γενναιοδωρίας των ρώσων πιστών από ασύδοτους μοναχούς ή ψευδο-μοναχούς.
Οι ζητείες επέτρεπαν σε μη οικεία αντικείμενα ή λατρευτικές πρακτικές να βγουν εκτός του τοπικού πλαισίου τους και να δοκιμαστούν. Μπορούσε να επέλθει στην συνέχεια είτε επικύρωση είτε απόρριψη, όπως με τα Δώρα των Μάγων που μεταφέρθηκαν στην Ουκρανία από την μονή Αγίου Παύλου και των οποίων η λατρεία καταδικάστηκε αρχικά από την Ιερά Σύνοδο. Η διεξαγωγή αυτών των εράνων έδινε την ευκαιρία σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες να ζήσουν μια νέα εμπειρία σε τοπικό και χρονικό επίπεδο: άγιοι από τα Βιβλικά χρόνια, εικόνες από μακρινούς ναούς που ήταν συνδεδεμένες με το βυζαντινό παρελθόν και κάποιες φορές και αντικείμενα που προέρχονταν από τους Αγίους Τόπους γίνονταν ξαφνικά απτά και προσβάσιμα. Χάρη σε αυτά τα μεταφερόμενα κειμήλια, η ιερότητα του αρχικού χώρου προέλευσης, παρόλη την απόσταση, μπορούσε να βιωθεί επί τόπου.
Από την άποψη αυτή, η ζητεία φαίνεται ότι αποτελούσε τον αντίποδα του προσκυνηματικού ταξιδιού, αφού τα αντικείμενα και, μέσω αυτών, οι χώροι έρχονταν στον πιστό, και όχι το αντίθετο. Δεν ήταν δηλαδή οι προσκυνητές που ταξίδευαν για να λάβουν την ευλογία που προσδοκούσαν, αλλά οι μοναχοί που περιόδευαν για να διασκορπίσουν την ευλογία τους σε μέρη και ανθρώπους. Υπήρχαν βέβαια και κοινά στοιχεία μεταξύ των δυο αυτών θρησκευτικών πρακτικών. Και οι δυο επέτρεπαν να εξαπλωθούν τοπικές λατρευτικές συνήθειες και να ομογενοποιηθούν οι χώροι που περιέκλειαν αυτές τις διαδρομές μέσω της μίμησης και της κυκλοφορίας ιδεών και αντικειμένων.