Contents
Front Matter
Exploring the Sacred
The Mountain
The Footpaths
The Monastery and the Cell
The Main Church (Katholikon)
Silence and Ritual of Communal Meals
The Cemetery and the Grave
Athonite Embodied Topography
Πρόλογος της Veronica della Dora / Foreword by Veronica della Dora
Η σιωπή είναι μια παύση. Στη μουσική, αναφέρεται στην απουσία δράσης, σε μια στιγμή ανάσας, σε ένα ακουστικό κενό ανάμεσα σε δύο διαδοχικές νότες. Η σιωπή αποτελεί το διάστημα ανάμεσα στις λέξεις· είναι μια διακοπή στον λόγο. Ή, μάλλον, αποτελεί την ίδια την προϋπόθεση για να υπάρξει λόγος. Η σιωπή προσκαλεί στην προσεκτική ακρόαση και στην ενδοσκόπηση. Συχνά αναγνωριζόμενη ως μία από τις πιο έντονες εμπειρίες σε διάφορους πολιτισμούς, η σιωπή μπορεί να συνδέεται ταυτόχρονα με την πληρότητα της αιωνιότητας και με τον τρόμο του αγνώστου. Μπορεί να ενεργοποιήσει πρακτικές στοχαστικής ηρεμίας ως μέσο εσωτερικής μεταμόρφωσης, αλλά και να ανασύρει τους βαθύτερους φόβους μας. Μπορεί να είναι γεμάτη και άδεια, θετική και αρνητική. Όπως και να έχει, η σιωπή είναι ένα φαινόμενο εγγενώς χρονικό, αλλά και έντονα χωρικό: όχι μόνο ορίζει τα όρια της αντίληψής μας, αλλά βιώνεται και πιο έντονα σε συγκεκριμένους τόπους. Ένας τέτοιος τόπος, όπως μας υπενθυμίζει ο Χρήστος Κακαλής, είναι το Άγιον Όρος, το ιερό βουνό της Ορθοδοξίας.
Οι προσκυνητές, μας λέει ο Κακαλής, πηγαίνουν στο Άγιον Όρος αναζητώντας τη σιωπή, «για να μπορέσουν να ακούσουν». Στη σημερινή θορυβώδη κουλτούρα της οργανωμένης απόσπασης της προσοχής, η σιωπή έχει καταστεί πολύτιμο αγαθό, και τόποι όπως το Άγιον Όρος, ακόμη πιο πολύτιμες οάσεις. Όπως και η σιωπή, το Άγιον Όρος —με τους ήρεμους, καθημερινούς και εποχιακούς ρυθμούς και τις τελετουργίες του— φαίνεται να σηματοδοτεί μια παύση, μια διακοπή σε έναν κόσμο που κινείται με ταχύτερους από ποτέ ρυθμούς. Σε κάποιο βαθμό, αυτό ίσχυε ανέκαθεν. Οι πρώτοι μοναχοί που εγκαταστάθηκαν εκεί επέλεξαν τη χερσόνησο ακριβώς για την απομόνωσή της. Μέχρι τον 14ο αιώνα, το Άγιον Όρος είχε αναδειχθεί σε προπύργιο του ησυχασμού, μιας μοναστικής παράδοσης στοχαστικής προσευχής που ετυμολογικά έχει τις ρίζες της στην «ησυχία».
Έκτοτε, ολόκληρες γενιές προσκυνητών και ταξιδιωτών αντιλαμβάνονται το Άγιον Όρος ως έναν τόπο όπου η ροή του χρόνου κάπως επιβραδύνθηκε ή, απλώς, ακολούθησε μια διαφορετική πορεία. Ο Βυζαντινός διανοούμενος Νικηφόρος Γρηγοράς και οι σύγχρονοί του παρομοίαζαν το Άγιον Όρος με έναν διαχρονικό κήπο της Εδέμ· Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Robert Byron το αποκάλεσε «τον σταθμό όπου έχουν σταματήσει όλα τα χρόνια», ενώ αργότερα, μέσα στον ίδιο αιώνα, ο Philip Sherrard και ο Kyriakos Markides το μετονόμασαν σε «Το Όρος της Σιωπής».
Κι όμως, η σιωπή έχει τον δικό της ήχο —και τη δική της τοπογραφία. Το ίδιο και το Άγιον Όρος. Στις σελίδες που ακολουθούν, ο Κακαλής μάς προσκαλεί, εμάς τους αναγνώστες, να γίνουμε προσεκτικοί ακροατές και προσκυνητές. Αρχιτέκτονας στο επάγγελμα και ο ίδιος παθιασμένος προσκυνητής, ο Κακαλής μάς ξεναγεί με γνώση στις ποικίλες σιωπές του Άθωνα: από την αρχέγονη σιωπή της «κάθετης ερήμου» του, έως τη σιωπή που έχει διαμορφωθεί με αρχιτεκτονική επιμέλεια στη Μονή Γρηγορίου —μία από τις πιο γνωστές μονές του Αγίου Όρους και την αγαπημένη «πνευματική πατρίδα» του συγγραφέα.
Η σιωπή κρύβει και αποκαλύπτει. Αν συντονίσετε την ακοή σας στον ήχο της, κατά τη διάρκεια αυτού του συναρπαστικού ταξιδιού θα ακούσετε την ανάσα της θάλασσας, το μελωδικό κελάηδημα των κοκκινολαίμηδων, την μοναχική κραυγή του αετού, τον ψίθυρο του ανέμου. Ίσως ακούσετε επίσης, από μακριά, τον ρυθμικό ήχο του σήμαντρου (ενός μεταλλικού υπαίθριου μουσικού οργάνου) που καλεί τους μοναχούς σε προσευχή, ή τους ουράνιους ύμνους μιας ολονύκτιας αγρυπνίας να σμίγουν με το τραγούδι των τζιτζικιών, καθώς στέκεστε αθόρυβα στο κατώφλι της εκκλησίας, κάτω από τον έναστρο θόλο του σύμπαντος, την ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος κοιμάται.
Στον Άθωνα, όπως και αλλού, η σιωπή αρθρώνεται μέσα από την αλληλεπίδρασή της με τον ήχο. Αντιλαμβανόμαστε τη σιωπή μέσα από την εμπειρία του θορύβου, των φωνών, των αντηχήσεων. Αυτή ακριβώς η αλληλεπίδραση —ανάμεσα στον ήχο και τη σιωπή— δίνει ζωή στους τόπους. Διασχίζοντας τα πολλαπλά φυσικά και ηχητικά κατώφλια που χαρακτηρίζουν τον αθωνικό χώρο, ο Κακαλής μάς δείχνει πώς, στο Άγιον Όρος, η σιωπή πλάθεται υπομονετικά μέσα από την ατομική προσευχή και τη συλλογική τελετουργία, καθώς και μέσα από τις μικρογεωγραφίες τους.
Η σιωπή αναδύεται από τον Τόπο —την εμπειρία του Ιερού— όχι τόσο ως μια αφηρημένη μεταφυσική παρουσία, όσο ως μια εύπλαστη ουσία που διαμορφώνεται από τους χώρους στους οποίους κατοικεί. Στον Άθωνα, η σιωπή αντικατοπτρίζεται και διαθλάται στην ποικιλόμορφη τοπογραφία της χερσονήσου, ενώ τυγχάνει προσεκτικής διαχείρισης εντός των μοναστικών περιβόλων. Αντηχεί στη σπηλιά, διαχέεται στην κορυφή του βουνού, απορροφάται στο δάσος και μεγεθύνεται μέσα στον ναό.
Η σιωπή αμφισβητεί τις βεβαιότητες και διαλύει τα φαινομενικά δίπολα. Μετασχηματίζει την απουσία σε παρουσία, το κενό σε πληρότητα, την ησυχία σε εκφραστικότητα, την ακινησία σε ένταση ζωής. Όπως μας υπενθυμίζει ο Κακαλής, ο Άθωνας —ως «axis mundi» (άξονας του κόσμου)— διαθέτει μια αντίστοιχη μεταμορφωτική δύναμη. Ως φυσικό κατώφλι ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, το Άγιον Όρος αιωρείται ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο. Αποτελεί έναν οριακό χώρο. Ακολουθώντας προσκυνητές, μοναχούς και επισκέπτες στα ελικοειδή μονοπάτια του, ο Κακαλής μας προσκαλεί να εξερευνήσουμε τις μεταμορφωτικές τοπογραφίες του Άθωνα επιστρατεύοντας όλες μας τις αισθήσεις. Μας δείχνει πώς κάθε πνευματικό ταξίδι είναι, εντέλει, και ένα ταξίδι στον χώρο. Έτσι, μας υπενθυμίζεται μια άλλη σιωπή, μια σιωπή που εμπεριέχει και υπερβαίνει κάθε άλλη σιωπή: τη βαθιά σιωπή της ανθρώπινης ψυχής.
Υπήρχε ένας πολύ σιωπηλός μοναχός που ζούσε σε μια πολύβουη αγιορείτικη μονή, όπως συνήθιζε να διηγείται ο Γέροντας Αιμιλιανός της Σιμωνόπετρας. Ήταν μια μεγάλη μονή, με πλήθη επισκεπτών να πηγαινοέρχονται διαρκώς. «Είσαι τόσο σιωπηλός», του είπε κάποτε ένας προσκυνητής. «Πώς μπορείς να ζεις σε ένα τόσο θορυβώδες μέρος; Θα έπρεπε να πας να ζήσεις σε κάποια σπηλιά». Όμως ο καλός μοναχός απάντησε: «Μα, ζω όντως σε σπηλιά! Το σώμα μου είναι σπηλιά για την ψυχή μου και η ψυχή μου είναι σπηλιά για το Άγιο Πνεύμα».
Silence is a pause. In music it refers to non-action, to a time of breathing, to an acoustic gap between two consecutive notes. Silence is a spacing between words; it is an interruption in speech. Or rather, it is the very precondition for speech to happen. Silence invites careful listening; and it invites introspection. Often identified as one of the most intense experiences across cultures, silence can be simultaneously associated to the plenitude of eternity and to the terror of the unknown. It can invoke contemplative techniques of quietness as a means for inner transformation, and evoke our uttermost fears. It can be full and empty, positive and negative. Either way, silence is an intrinsically temporal phenomenon, but it is also compellingly spatial: not only does it mark the boundaries of our perception, but it is also experienced more intensely in specific places. One such place, Christos Kakalis reminds us, is Mount Athos, the Holy Mountain of Orthodoxy.
Pilgrims, Kakalis tells us, go to Mount Athos searching for silence, ‘in order to be able to listen’. In today’s noisy culture of organised distraction, silence has become a precious commodity, and places like Athos even more precious oases. Like silence, Mount Athos, with its quiet, daily and seasonal rhythms and rituals, seems to mark a pause, an interruption in a world that is moving at a faster pace than ever. To a certain extent, this has always been the case. Its early monastic dwellers selected the peninsula for its isolation. By the fourteenth century, Athos had become the stronghold of hesychasm, a monastic tradition of contemplative prayer etymologically rooted in hesychia (‘stillness’, or ‘quiet’).
Ever since, entire generations of pilgrims and travellers have perceived Mount Athos as a place where the flow of time had somehow slowed down, or simply followed a different course. The Byzantine intellectual, Nikephoros Gregoras, and his contemporaries likened Athos to a timeless garden of Eden; in the late 1920s, Robert Byron called it ‘the station where all years have stopped’, whereas in the latter part of the century, Philip Sherrard and Kyriakos Markides both re-baptized it, ‘The Mountain of Silence’.
And yet, silence has its own sound—and its own topographies. And so does Mount Athos. In the following pages, Kakalis invites us, the readers, to become attentive listeners and pilgrims. An architect by training and a passionate pilgrim himself, Kakalis knowledgeably guides us through Athos’ many silences: from the primordial silences of its ‘vertical desert’ to the carefully architected silences of Gregoriou, one of Athos’ most popular monasteries and the author’s beloved ‘spiritual home’.
Silence conceals and reveals. If you attune your ears to its sound, in the course of this fascinating journey you will hear the breath of the sea, the melodic songs of the robins, the solitary cry of the eagle, the whisper of the wind. You might also hear the rhythmic sound of the semandron (a metallic outdoor musical instrument) in the distance, as it calls the monks to prayer; or the heavenly chants of a nightlong vigil mingling with the voices of the cicadas, as you quietly stand before the threshold of the church under the starry vault of the universe, while the rest of the world is asleep.
On Athos as elsewhere, silence is articulated through its interplay with sound. We become aware of silence through the experience of noise, of voices, of reverberations. Such interplay—between sound and silence— brings places to life. Crossing the many physical and sonic thresholds that characterise Athonite space, Kakalis shows us how on the Holy Mountain silence is patiently crafted through solitary prayer and communal ritual, and through their microgeographies.
Silence emerges from Place Experience of the Sacred less as an abstract metaphysical presence than as a malleable substance shaped by the spaces it inhabits. On Athos, you will find, silence is reflected and refracted in the varied topography of the peninsula and it is attentively managed within its monastic precincts. It echoes in the cave, it is dispersed on the mountaintop, it is absorbed in the forest; it is magnified in the church.
Silence questions certitudes and dissolves apparent binary opposites. It reconfigures absence as presence, emptiness as fullness, quietness as expressivity, stillness as intensity of life. As an ‘axis mundi’, Kakalis reminds us, Athos holds a similar transformative power. A physical threshold between the earth and the sky, the Holy Mountain lingers between the seen and the unseen. It is a liminal space. Following pilgrims, monks and visitors along its winding paths, Kakalis invites us to explore Athos’ transformative topographies using all of our senses. He shows how every spiritual journey is ultimately a spatial journey. Hence, we are reminded of another silence, a silence that encompasses and transcends all silences—the deep silence of the human soul.
There was a very quiet monk who lived in a very busy Athonite monastery, Elder Aimilianos of Simonopetra used to recall. It was a large monastery, with streams of visitors coming and going all the time. ‘You are so quiet’, said a pilgrim to him. ‘How can you live in such a noisy place? You should go and dwell in a cave’. But the good monk replied: ‘Oh, but I do live in a cave! My body is a cave for my soul and my soul is a cave for the Holy Spirit’.
